Tuesday, October 16, 2012

"Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου" σχολιάζοντας την παράσταση με την Νένα Μεντή από την Ξανθίππη

Η θεατρική παράσταση είναι βασισμένη στο βιβλίο της Ρέας Μανέλη "Η γιαγιά μου η Ευτυχία". "‘Ενας αετός χωρίς φτερά", "μια γυναίκα που πήρε από τη νιότη χρώματα  κι απ΄την αγάπη νήμα", "ένα αλάνι διαλεχτό παιδί μέσα στην πιάτσα", που γνώρισε τις "δυο πόρτες της ζωής" και έγραψε για "όνειρα απατηλά",  "περασμένες αγάπες", φτώχεια, ξεριζωμό.

Μέσα από την παράσταση συνειδητοποιείς ότι το δάκρυ της Ευτυχίας  πήραμε και το κάναμε συντροφιά όλοι μας. Η ιστορία  του λαικού τραγουδιού στα χρόνια τα δύσκολα, της εποχής των μπουλουκιών και του ρεμπέτικου τότε που η φτώχεια έδινε έναυσμα για δημιουργία και ο πόνος για τέχνη πάνω σε χαρτί και μπουζούκι. Μέσα  από την αντισυμβατική ζωή της η στιχουργός Ευτυχία τροφοδότησε την δική μας με αριστουργηματικά τραγούδια που μερικά από αυτά ακούμε από προσεκτική  επιλογή της Ελεάνας Βραχάλη στο θεατρικό έργο.

Η αφηγηματική αριστοτεχνία της Μεντή αποκαλύπτει τον καλύτερο θεατρικό ρόλο της μέχρι σήμερα. Αφιερώνεται στην παρουσίασή της ηρωίδας της με τρόπο, όσο πρέπει ρεαλιστικό, αποφεύγοντας τις συγκινησιακές υπερβολές. Δίνει το στίγμα της μαγκιόρας γυναίκας με επιτυχία, παίρνοντας πάνω της το βάρος της παράστασης που τα σκηνικά, η όλη επιμέλεια περνούν σε δεύτερη γραμμή εσκεμμένα, σχεδόν αόρατα,  προκειμένου να δώσουν φως και δύναμη  στη φωνή της.  Σκοτεινή  σκηνή όπως σκοτεινή ήταν και η Ευτυχία. Τι παράλογο να έχεις ένα τέτοιο όνομα που δεν μπόρεσε να ξορκίσει ευεργετικά  τις εναλλαγές μιας ζωής? 

Στο έργο η Ευτυχία μιλάει με επτά πρόσωπα την Μαρίκα Κοτοπούλη, τον Γιώργο τον άντρα της, τον Τσιτσάνη, τον Χιώτη, την Ρέα την εγγονή της και την Μαριόγκα τη μητέρα της. Γυναικείες  κουβέντες, με μυαλό μιας γυναίκας που δεν βλέπει τόσο καλά την καθημερινότητά της όσο την σκέφτεται και την εκφράζεται. Τις τραγωδίες της ζωής της, τής έκανε  ποιήματα και η εμπειρία που δεν ήρθε ποτέ, μελοποιήθηκε και έγινε τραγούδι από συνθέτες όπως ο Τσιτσάνης, Χιώτης, Καζαντζίδης, Χατζιδάκης, Καλδάρας, Ζαμπέτας και άλλους που έχτισαν φήμη. Ερμηνεύτηκαν  από τους πιο αξιόλογους τραγουδιστές που γνώρισε η χώρα μας και που σιγοψιθυρίσαμε όλοι μας, μα όλοι. Αντιλαλούνε τα βουνά ..Το συνταρακτικό είναι ότι τα τραγούδια στο έργο είναι «δεμένα» με την αιτία της έμπνευσης και ακόμη πιο ελκυστικό είναι ότι η εγγονή, σαν προσωπική μάρτυρας, δίνει την σφραγίδα της αληθοφανούς συνάφειας.

Η Ευτυχία γεννημένη στο Αιδίνι της Μικράς Ασίας το 1893 ήρθε μαζί με τους άλλους ξεριζωμένους στην πατρίδα. Σταδιοδρόμησε σαν ηθοποιός, δασκάλα και ποιήτρια αλλά έγινε γνωστή ως η πιο σπουδαία λαική στιχουργός. Έζησε μια πολυτάραχη ζωή που τελείωσε το 1972. Η υπόληψη λίγο την απασχόλησε, η φήμη ήρθε χωρίς να το επιδιώξει. Δεν ενδιαφέρθηκε για  αναγνώριση του έργου της, έδινε στίχους δεξιά και αριστερά πολλές φορές χωρίς να κατοχυρώνει το όνομά της για είσπραξη δικαιωμάτων και όλα αυτά που ζητάμε από τον Θεό.

Φεύγεις «γεμάτος» από την παράσταση που καταχειροκροτείται για δεύτερη χρονιά από όρθιους θεατές στο τέλος. Είναι το δέος που νοιώθεις ότι «εκείνο και το άλλο» τραγούδι ανήκαν σε έναν άνθρωπο.. επιφωνήματα θαυμασμού στο άκουσμα των τραγουδιών, ίσως και έκπληξης, ότι πίσω από τις τεράστιες επιτυχίες που μπήκαν στις καρδιές μας κρύβεται μια ζωή βασανισμένη.

Αν ζούσε η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου και έβλεπε την τιμή που της αποδίδουν πιθανότατα να αναρωτιόταν γιατί.
Είναι  παρήγορο  να βλέπεις τα επαναλαμβανόμενα πάθη να γίνονται από τόσους χαρισματικούς ανθρώπους.

κείμενο-σκηνοθεσία: Πέτρος Ζούλιας, σκηνικά-κοστούμια: Αναστασία Αρσένη, φωτισμοί: Ανδρέας Μπέλλης, επιλογή τραγουδιών: Ελεάνα Βραχάλη, μουσική επένδυση: Γιάννης Χριστοδουλόπουλος

Friday, September 28, 2012

Η ΚΟΥΚΛΑ της Ξανθίππης Γκλαβοπούλου

Την κούκλα της δεν μπορούσε να την χτενίσει,  γιατί δεν είχε μαλλιά. Έπαιρνε τα μολύβια της  και της τα ζωγράφιζε. Τα ρούχα της τα έραβε μόνη της από  τα ρετάλια που άφηνε η μοδίστρα της μαμάς.  Για  παπούτσια  έβαζε τα δικά της μωρουδίστικα τιρλίκια. Της άλλαζε κάθε μέρα φόρεμα,  δεν ήθελε να νομίζουν οι φίλες της ότι η Τζένη - έτσι την έλεγε -  έχει μόνο ένα και μοναδικό.  Συχνά άλλαζαν ρούχα μεταξύ τους με τις  άλλες κούκλες,  των φιλενάδων. Ήταν όλες  ίδιες,  παχουλές σαν φρατζόλες, με γαλάζια μάτια και  καραφλό κεφάλι. Και   όλες μαζί,  ντυμένες στην τρίχα,  έκαναν δουλειές. Μαγείρευαν, έπαιζαν  «σπιτάκια»,  έκαναν επίσκεψη ή μια στο χάρτινο  της  άλλης.

Μια μέρα  δέχτηκε στο σπιτάκι της  την ξαδέλφη της, με την δική της κούκλα,  να παίξουν. Η  κούκλα της ήταν Αμερικάνα, με ξανθά μακριά μαλλιά,  φορούσε μπλου τζιν στενό και μπλουζάκι με πέτρες που γυάλιζαν .  Ήταν  αδύνατη και  τόσο όμορφη που της κόπηκε η ανάσα. Το πρόσωπό της ήταν ροδαλό, τα χείλη της βαμμένα κόκκινα κερασένια,  είχε μακριά δάχτυλα  που μπορούσες να  βάψεις  τα νύχια  της,  ότι χρώμα ήθελες.  Έκρυψε τα αισθήματά της, φοβήθηκε μη την προδώσουν τα μάτια της,  όταν απομακρύνθηκε η ξαδέλφη της,  χάιδεψε τα χρυσαφένια μαλλιά της και της είπε στο αυτί «Σ΄αγαπώ». Την έσφιξε στην αγκαλιά της, την φίλησε στα μάγουλα, εκείνη το βράδυ έκλαψε στο μαξιλάρι της.  Στο σκοτάδι συλλογίστηκε ότι κάποτε  θα έχει πολλές  πολλές  κούκλες  με αμέτρητα  ρούχα  για να τις αλλάζει κάθε ώρα και σπιτάκι παραμυθένιο με υπηρέτρια και σωφέρ. Η σκέψη να ζητήσει από τους γονείς της  μια αμερικάνα κούκλα ήταν απαγορευμένη, μια τέτοια  πιθανότητα  την έκανε να κοκκινίζει από  ντροπή. Κανένας στην γειτονιά δεν είχε διαφορετική κούκλα,  έτσι κάθε προσπάθεια ήταν καταδικασμένη να παραμείνει άκαρπη.

Δεν σταμάτησε  ποτέ να  σκέφτεται την ροζ  Σάντυ .Την Τζένη την άφησε με τρυφερότητα στην πολυθρόνα του δωματίου της και πότε-πότε την χάιδευε με ευγνωμοσύνη. Δεν της ήταν  πια αφοσιωμένη και πιστή,  ήξερε τι ήθελε για να είναι ευτυχισμένη.

Οι επιθυμίες της  συμφιλιώθηκαν με τα χρόνια και με την ζωή της. Είχε την ευκαιρία  να πραγματοποιήσει τα παιδικά της όνειρα, κάνοντας ένα καλό γάμο -παντρεύτηκε τον διευθυντή της  Πολεοδομίας-  και μένοντας αφοσιωμένη στα θέλω της  σε όλη την ενήλικη ζωή της,  χωρίς καμιά έκπτωση . Πίστευε ότι η επιμονή της ήταν αυτή  που η ζωή τής  χάρισε  ότι επιθυμούσε πλουσιοπάροχα.  Ήταν τέτοια η προσήλωσή της  που ποτέ δεν σταμάτησε να αγοράζει κούκλες όμορφες  όπως  και κοσμήματα και ρούχα από επώνυμους οίκους.

 Λάτρευε να κουρνιάζει μαζί με την κόρη της  στο κρεβάτι και να αραδιάζουν όλες τις Μπάρμπι, δεκάδες,  η κάθε μια μαζί τα δικά της ρούχα για κάθε στιγμή και περίπτωση. Δεν χρειαζόταν να τις αλλάξουν, ο χρόνος περνούσε παίζοντας, επινοώντας  επιδείξεις μόδας,  εκδρομές και κοσμικές εκδηλώσεις.

Κοίταζε τον εαυτό της , ένοιωθε ότι όλα ήταν εντάξει, η ζωή της μια χαρά. Γελούσε από μέσα της  δεν είχε κανένα δίλημμα, αγωνία, δειλία ή ντροπαλοσύνη. Επέστρεφε στο σπίτι της  από τα ψώνια μην έχοντας  κανένα δισταγμό να ξοδέψει.  Κάθε φορά ο άνδρας της επιδοκίμαζε  τις αγορές της με ενθουσιασμό,  επευφημώντας το καλό της γούστο και την αισθητική που ήταν διάχυτη  και με υπερβολή μέσα στο σπίτι και στον κήπο.  Πλήρωνε για τα πάντα ο καλός της,  δίνοντας της αίσθηση ξεγνοιασιάς που μόνο μεθυσμένοι μπορούν να έχουν.

Όταν όλες οι πόρτες είναι  κλειστές πως μπορεί  ο τρόμος με δύναμη να μπει μέσα? Ο φόβος δεν ερχόταν από το παρελθόν, ήταν εκεί  παρόν  και  δυνάστευε. Εκείνο το βράδυ, ο άνδρας  της  ανάστατος  ξεκαθάρισε τα χαρτιά του γραφείου του, κάποια  πέταξε στο τζάκι και γυρνώντας  προς το μέρος της το μόνο που της είπε ήταν «Προσπάθησε να μείνεις ήρεμη».

Η καρδιά της πήγε να σπάσει, μια θηλιά στο λαιμό την έπνιγε, ο φόβος ότι θα ακουστεί την εμπόδισε να ουρλιάξει .Όσο πλησίαζε η ώρα του αποχαιρετισμού,  τόσο μεγαλύτερη μοναξιά ένοιωθε, τόσο πιο πολύ χαμένη.

Και τώρα ? Κοίταξε τις κούκλες της και ένας αναστεναγμός έφυγε από μέσα της. Με πρόσωπο ωχρό πλησιάζει την Τζένη, και με αυτήν σφιγμένη στην αγκαλιά της, κρύβει το πρόσωπό της σε ένα μαξιλάρι, μέσα στα χέρια της,  να μην ακουστούν τα αναφιλητά της. 

Friday, June 22, 2012

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΗΤΑΝ ΔΙΗΓΗΜΑ από την Ξανθίππη

Καθόταν στο διπλανό  τραπέζι με μια παρέα κοριτσιών που θα έλεγες ότι  μόλις σχόλασαν από θεατρική παράσταση του κρατικού θεάτρου. Και λέω κρατικού γιατί  τα ρούχα θύμιζαν έργο του περασμένου αιώνα με κίτρινη από πολυκαιρία δαντέλα στο μπούστο, χτενίσματα  ακατάστατα  πιασμένα σε ασύμμετρες μπούκλες μέχρι το λαιμό, μακιγιάζ  υπερβολικό για την ηλικία τους και μέση δαχτυλίδι. Γελούσαν, ήταν πέντε ,  ήταν αδύνατο να καταλάβω τι  έλεγαν, μιλούσαν όλες μαζί,  τον είχαν στη μέση και αυτός  κοντούλης και αδύνατος προσπαθούσε σε όλες να απαντήσει, αυτές έσκυβαν πάνω του σε προστατευτικό κλοιό μέσα  στην καφετερία αφήνοντας  μικρά περιθώρια οπτικής επαφής .Είχε τόση φασαρία μέσα στο μαγαζί, όπως κάθε Σάββατο μεσημέρι στο κέντρο της Θεσσαλονίκης που θαρρείς ότι μοιράζουν δωρεάν τα ζεστά κρουασάν και ο καφές  είναι  προσφορά του καταστήματος.

Διασταυρώθηκαν τα βλέμματα μας,  ένας τύπο που  φοβάσαι να αγκαλιάσεις αλλά θέλεις ν’ ακούσεις τι θα σου έλεγε, σκέφτηκα. Εντελώς απρόσμενα κάνει μέρος με τα χέρια του ανάμεσα στα κορίτσια και χωρίς να χαθεί ούτε για μια στιγμή το βλέμμα του από πάνω μου, μού μιλά  στα αγγλικά «θα πάω να πλύνω τα χέρια μου και θα έρθω για σένα».

Οι φίλες μου με ρωτούν αν ζήτησα κάτι. Ήταν σίγουρες, ότι αφού ούτε για μια στιγμή δεν έφυγα από κοντά τους, μίλησα μαζί του με την άκρη του βλέμματος. Μα πως μπορεί να φλερτάρει ένα πρόσωπο ανέκφραστο όπως το δικό μου σήμερα, με την παθητικότητα μια κοριτσίστικης συνομιλίας με την Εύα και την Μαίρη.. και με ποιο τρόπο τον εξανάγκασα να απευθυνθεί στο μέρος μου? Από τις τόσες γυναίκες  τις Σαββατιανές  που παίρνουν τους δρόμους  μετά   από κομμωτήριο  γιατί εμένα μια αχτένιστη, άβαφη  χωρίς προκλητικές σακούλες  με ψώνια και τώρα που το σκέπτομαι,  με ένα τζιν και άσπρο πουκάμισο ήμουν..

Τι να θέλει από εμένα που μόνο έπρεπε να αφορά? Για να μου δώσει κάτι, ότι και να ήταν αυτό κάτι θα έπρεπε να πάρει..Και τι είναι αυτό που δίνεις χωρίς να το πουλάς, που το χαρίζεις  χωρίς να σου ζητήσει κάποιος να το αγοράσει? Συνήθως είναι κάτι που κανείς δεν  εκτιμά και κανείς δεν θέλει. Τότε γιατί είχα  αγωνία … ξαφνικά ο χρόνος άρχισε να κυλά πιο αργά, άρχισα να παρατηρώ το τικ της απέναντι ,την τρελή από έρωτα στην άλλη άκρη,  την άπιστη που γλεντοκοπά τον έρωτα  όπως πίνει την μπύρα της. Για όλα αυτά που νομίζεις ότι νοιώθεις  σαν να είσαι στο στήθος κάποιου άλλου  την αίσθηση ότι κι εσύ το πέρασες  αλλά σήμερα είναι σαν να μην σε αφορά. Αν έκλεινα τα μάτια θα ήμουν μέσα σε σαλόνι κρουαζιερόπλοιου,  μόνη μέσα σε κόσμο χωρίς διαφυγή.

Πρέπει  πάντως να έκλεισα προς στιγμή τα βλέφαρά μου, γιατί δεν θυμάμαι πως βρέθηκε μπροστά μου ο μικροκαμωμένος, κι εγώ ένα κορίτσι με πάθος,  σήμερα μια γυναίκα  στην πρώτη ωριμότητα  έφτανε να κάνω μόνο μια ενέργεια - νταρντάνα ήμουν πάντα - για να εξαφανιστεί  ο κόσμος όλος και αυτός μαζί. Δεν  προσπάθησα,  στριμώχτηκα στην φίλη μου δίπλα και τον άφησα  να καθίσει. Δεν είχα καμιά περιέργεια,  δεν μιλούσε την γλώσσα μου αλλά ήταν σαν να μην υπήρχε καμιά διαδικασία εσωτερικής μετάφρασης. Άρπαξε το χέρι μου μέσα στις παλάμες του που δεν αντιστάθηκε, σαν να είχε ανάγκη την πάρτη τους. Ένα τατουάζ στο μπράτσο αχνό και αδιάφορο, χέρια δουλεμένα,  μικρά  και λεπτά δάχτυλα, κόμπος στο λαιμό του, ηλικίας που έπαιζε μεταξύ τρίτης και τέταρτης δεκαετίας. Η αναμονή ήταν όσο γεμίζει μία σύριγγα,  μια  ειρήνη που δεν την έβλεπα,  θα πρέπει να με αγκάλιασε.

Το δυστύχημα πρέπει να συνέβη ακριβώς εκείνη την στιγμή. Είναι εκείνο το κλάσμα δευτερολέπτου που αφού έχεις συγκρουστεί με ακίνητο στόχο, δεν θυμάσαι τίποτα, απλά ξέρεις ότι είσαι κάπου μετέωρη και εύχεσαι να είσαι ζωντανή. Συνειδητοποιώ ότι ήθελα να παίξω, να κάνω ποδήλατο και να ακούσω μουσική. Όλα αυτά ήταν ικανά να  με  επαναφέρουν  και όχι ο κοντοπίθαρος που ήταν μπροστά μου, που θα τον έλεγες και φουκαρά αν δεν είχε εκείνα τα μάτια  που καταγράφουν και διαβάζουν, ικανά να απαγγέλουν απέξω κατεβατά, μόνο με μια φορά.

Δεν θυμάμαι αν άρθρωσα κάτι, κάτι σπάνιο για μένα, ξέρω όμως ότι αυτό που σας διηγούμαι είναι πέρα για πέρα αληθινό, έτσι αποφάσισα να το γράψω, να είστε επιεικείς με την ανεπάρκειά μου να μεταφέρω τι ένιωσα, δεν μπορώ να βγάζω αρώματα αισθημάτων  χωρίς σκοπό. Έτσι  άφησα να περάσει καιρός όπως όταν γράφω σε ημερολόγιο  που το βλέπω, το παρατηρώ αλλά το ξαναδιαβάζω μετά,  αφού καταλαγιάσουν οι λέξεις.

Ο Θεός δεν μιλάει, στέλνει αγγέλους γι΄ αυτή την δουλειά. Ο ήρωας μου,  μού είπε ότι είναι «άγγελος» όταν τον ρώτησα ποιος είναι. Το ήξερε ότι ήταν ειρωνικό το σχόλιό του γιατί οι άγγελοι επί της γης μπορεί να μην έχουν φτερά, αλλά έχουν άρωμα. Αβασάνιστα μπορώ να πω ότι στην ατμόσφαιρα υπήρχε μία μυρωδιά που δεν είχε σχέση με άρωμα καφέ, κανέλλας από τον καπουτσίνο, φράουλας από το λιπ γκλος της Εύας, ρόδια από αυτό που φορούσε η Μαίρη που μόλις τα είχε λουστεί από τα δείγματα του εμπορικού κέντρου. Δεν ήταν αναγνωρίσιμη, ήταν αδιευκρίνιστη απροσδιόριστη,  έκανε όμως το άγγιγμα ακριβό. Σήμερα θα έλεγα ότι ήταν το αίσθημα μιας πετσέτας  μεταχειρισμένης από αρωματισμένους ανθρώπους.

«Πως γίνεται να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι» αναρωτήθηκα. Ένας άγνωστος μου κρατά το χέρι και με διαβάζει κι εγώ τι σόι πράγμα είμαι που του το επιτρέπω.. Είδα μια ταινία εχθές βράδυ όπου ο πρωταγωνιστής διάβαζε το μέλλον και ήξερε πώς να προετοιμαστεί στο επόμενο βήμα δυσκολίας. Μια ταινία καταπληκτική θα μου πείτε, που όλοι θέλουν να ζήσουν, αρκεί να ίσχυε μόνο για τους ίδιους και όχι για τους διπλανούς τους σαν αποκλειστικό προνόμιο και επίγειο δώρο από το σύμπαν.

Ο «άγγελος» λοιπόν διάβαζε το παρελθόν μου, θεέ μου αν υπάρχεις  πες μου τι συμβαίνει, προχωρώντας σε λεπτομέρειες που μόνο εγώ γνώριζα, είχα ξυπνήσει από το δυστύχημα και ήμουν αποδεσμευμένη απ’ ότι κουβαλούσα, υποδεικνύοντας τις δικές μου δυνατότητες να μεταφέρω ότι είχα μέσα στον σκληρό δίσκο μου ή ανακαλύπτοντας ότι υπάρχουν πραγματικά χαρισματικοί  που διαισθάνονται χωρίς να μηχανεύονται την μοίρα.

Προσπαθώντας να διασκεδάσει  την παγωμάρα μετά την αμηχανία,  μου λέει …μα φυσικά το αιφον  είναι δώρο ενός μηχανικού…   μόνο ένας μηχανικός θα μπορούσε να σου κάνει τέτοιο δώρο – να θυμηθώ να ζητήσω το νέο μοντέλο σκέφτηκα. Καμιά εξήγηση για  την λεπτομερή περιπλάνηση όλης της δικής μου τελευταίας τριακονταετίας μπροστά στα μάτια μας που χωρίς συστολή απλώθηκε σαν φρέσκο χαμομήλι πάνω σε καμβά για να γίνει γιατρικό. Το να προσπαθήσω να μαζέψω την μπουγάδα με αέρα ήταν άτοπο, τον άφησα χωρίς καμιά εναντίωση να συνεχίσει και να περάσει στα μελλούμενα, τα ταλέντα ξέρουν να σου κρατούν την αναπνοή μέχρι να μην μπορείς να κάνεις αλλιώς.

Εκείνη ακριβώς την στιγμή που δεν ήξερες αν έπρεπε να ερωτευθείς το ταλέντο, να επαινέσεις έναν καλό (?) άνθρωπο που χωρίς να έχει παρουσιαστικό ενός σοφού γέρου, με την εύνοια κάποιας απροσδιόριστης δύναμης,  σε διάβαζε όπως ο Νιο στο Μάτριξ, η Εύα σηκώθηκε λέγοντας «αυτά είναι διαβολικά, δεν θέλω να έχω σχέση…» και φεύγει. Κάτι έχει υποκλέψει ο «άγγελος» μου σκέφτομαι, δεν μπορεί κάτι κρύβει..ο κόσμος είναι γεμάτο συνταγές και στο διαδίκτυο είναι όλες  προσβάσιμες, δεν υπάρχει κάτι χωρίς να γνωρίζουμε τα συστατικά του. Στο κάτω-  κάτω δεν υπήρχε τίποτα πιπεράτο στη ζωή μου ένας φόνος ας πούμε, μια δολοπλοκία και πως θα μπορούσε άλλωστε να το σκεφτόταν κάποιος αν  με έβλεπε μέσα στο τζιν μου   με ύφος μιας που θα έλεγες καλοζωισμένης .

Σε αυτό το σημείο πρέπει να γράψω για την ανατροπή. Σε όλα τα ενδιαφέροντα διηγήματα υπάρχουν ανατροπές που κρατούν τον αναγνώστη. Αν δεν έχετε φύγει μέχρι τώρα, σας λέω ότι η άνεση που ζούσα αναποδογύρισε στα χαϊδεμένα μου αυτιά σε κλάσμα δευτερολέπτου. Η ακρίβεια των πραγμάτων που είχαν ειπωθεί μέχρι εκείνη την στιγμή δεν μου επέτρεπε να γυρίσω  να πω «τώρα αποσύνδεσέ με…»  Αν και υπήρξε σαφής ο «άγγελος» ότι δεν επρόκειτο να μου μιλήσει για θάνατο, για απώλεια αγαπημένων, υπάρχουν και θέματα ίδιας συγκινησιακής δυναμικότητας, με  αυτά  που λέω εγώ ικανά να φύγουν χωρίς κλάμα γιατί ο πόνος είναι ανάξιος ακόμη και για δάκρυα. Τα άκλαυτα λοιπόν  δεν τα αφήνεις  άθαφτα. Κάνεις κανονική κηδεία  και μνημόσυνο αν χρειαστεί. Οπλές καλογυαλισμένες λοιπόν ποδοπατούν κάθε τι εύθραυστο μέσα σου  και είναι γνωστές οι παροιμίες για τα γυαλιά που δεν ξανακολλάνε. Η αίγλη μιας αξιοπρόσεκτης ιστορίας σαν την δικιά μου,  λυγίζει στην αφωνία μιας κηδείας. Η προδοσία της φίλης μου που έφυγε σαν ερωμένη σκηνοθέτη που αποκαλύφτηκε, βαρύνει την ατμόσφαιρα. Ο ρόλος της δίπλα στον άνδρα μου μπορεί να ήταν μικρός,  αλλά τι ταπείνωση μπορεί να λύσει μια πράξη μπροστά σε έναν θεατή, την νόμιμη γυναίκα που συμβαίνει να είναι και η καλύτερη φίλη σου? Το χειροκρότημα της πράξης δεν υπήρξε..Η Εύα έφυγε χωρίς να ακούσει την ετυμηγορία της απώλειας του παραδείσου. Το μήλο σάπισε και έπεσε και μου ήταν αδιάφορο ποιος άλλος το δάγκωσε, μου έφτανε που στον πειρασμό έπεσε αυτή που  είχα περισσότερη εμπιστοσύνη. Όταν συναντάς στη ζωή σου χαντάκι, ανάμεσα σε αυτό που δεν μπορείς να κάνεις και αυτό που πρέπει εξαναγκαστικά να κάνεις, προτιμάς να παγιδευτείς. Έτσι κι  εγώ παγιδεύτηκα σε μια αρρώστια χωρίς να έχω κάνει εμβόλιο.

Δεν ελευθέρωσα το χέρι μου. Ήθελα να μάθω και άλλα. Όχι όμως αυτό που νομίζετε, είχα σχέδια να καταστρώσω, όνειρα να πραγματοποιήσω.  Θα σχεδιάσω άλλη ώρα την εκδίκηση? Δεν είμαι τέρας, τρέφω  ανεκτίμητη αγάπη στα έντομα αλλά αυτά μπορούν και μόνα τους να εξολοθρευτούν.. Η Μαίρη δίπλα μου με έξαψη αλλά με φροντίδα, μού πιάνει το άλλο χέρι. «πάμε να φύγουμε..» μου λέει. Πρέπει να το είπε αρκετές φορές, αλλά ο βαρκάρης πρέπει να πηγαινοήρθε πολλές φορές στον Αδη και δεν έδωσε σημασία στα λόγια της.

Ο «άγγελος» δίπλα μου μερίμνησε για όλα. Μέσα σε δόση ναρκωτικού που με πότισε,  σε λιγότερη από μισή ώρα  έντυσε την ζωή μου με αγάπη, έρωτα και προδοσία. Με γενναιοδωρία ανταπέδωσε την ταπείνωση της στιγμής και τον ρόγχο πληγωμένου ζώου με διαισθαντικές υπέροχες στιγμές μελλοντικής επιτυχίας των παιδιών μου. Όσα το μυαλό αγνοούσε, στο στήθος μου παρέμεναν ακέραια αισθήματα, ολοκληρωμένα, ελάχιστα από αυτά ήταν ετοιμοθάνατα. Μπορεί να άκουσα «σας αγαπάει πραγματικά, θέλει την προσοχή σας, εγωιστικά αλλά αισθάνεται μόνος..» δεν θυμάμαι μπορεί και να έπλεκα εκείνη την ώρα, όπως κάνω κάθε φορά που θέλω στιγμές περισυλλογής και φως σε αδιέξοδα. Όταν κανείς δεν θέλει να ταράξει τα νερά, καταστρώνεις σχέδια πώς να εξαφανίσεις τον άνεμο. Υπάρχει τέτοια δυνατότητα θα μου πείτε? Αν ισχυριστείς πως δεν μπορείς, τότε δεν υπάρχει περίπτωση να έχεις επισκεφτεί το Πόρτο Κουφό.

Ο «άγγελος» μου έφτασε στη στιγμή που έπρεπε να δικαιολογήσει τις γνώσεις του. « Όταν μελετά κανείς την Καμπαλά σε θεωρητικό επίπεδο είναι σαν να μελετά κανείς την "αγάπη" χωρίς ποτέ να την βιώνει σε προσωπικό επίπεδο» μου λέει. «Ο τρόπος προσέγγισης της Καμπαλά  είναι αυτός που σου επέτρεψε να δεις την πραγματικότητα από άλλη διάσταση» συνεχίζει.

«Γιατί εμένα?»  ήταν μια ερώτηση που από την πρώτη στιγμή ήθελα να τον ρωτήσω.
Αυτός ο περιφερόμενος εβραίος καμπαλιστής  που πρώτη φορά έβλεπα στη ζωή μου, που δεν υπήρχε ποτέ πιθανότητα να είχαμε ξανασυναντηθεί, δεν είχαμε κανένα κοινό γνωστό ή φίλο ανέτρεψε  την καθημερινότητά μου αθώα,  έκοψε το σχοινί  σε κατοστάρι.

Με ρώτησες κάτι μου είπε… η απάντηση είναι «ότι με εσένα δεν θα έπληττα..» Κι εγώ που ποτέ δεν υπήρξα ηρωίδα κανενός, αλλά ζούσα όλα τα βιβλία που διάβαζα, συνειδητοποίησα ότι έγινα πρωταγωνίστρια της τελευταίας πράξης μιας ιστορίας που κάποιος την βρήκε ενδιαφέρουσα.

Κοιτάζομαι στον απέναντι καθρέφτη με  αυταρέσκεια. Με βρίσκω όμορφη για σήμερα.Να μη ξεχάσω  να βάψω τα νύχια μου, με εκείνο το βαθύ κόκκινο..